Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Μονίλια και φυλλοδέτης: ένα ειδύλλιο με πολύ πόνο

Το ροδακινο απαξιώθηκε. 0.15 λεπτά το κιλό τα συμπήρυνα ποικιλία "έβερτ". Δέκα στρέμματα όλα κίόλα , τι να δώσουν, μόνο τα φάρμακα και τα εργατικά και τι μίσκει για μας; Για τους αλβανούς δουλεύουμε. Και η ένωση μας δουλέυει ψιλό γαζί. Μπήκαν μέσα και τρώνε με χρυσά κουτάλια τόσα χρόνια. Κι εμείς με το σταυρό στο χέρι. Ούτε ένα σάπιο τόσα χρόνια δε βάλαμε μέσα κι οι άλλοι γεμίζανε τις κλούβες με μονίλια και άγουρα. Με τη μεγάλη καρότσα ζύγιαζαν και με τη μικρή πέρναν απόβαρο. Πως έφτιαξε άραγε τη σοφίτα ο κουμπάρος. Εμ ετσι δε βγάίνουν τα λεφτά. Θέλει πονηριά τη σήμερον ημέρα, όχι μόνο σουβλάκια και μπίρες στο Χατζή!(....)

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

...όλα αυτή η μπλε θάλασσα...

...λίγη θαλασσα έβρεξε τους αστραγάλους και η άμμος πήρε τα πρώτα αποτυπώματα για αυτό το καλοκαίρι. Στο τέλος ο φάκελλος όσων δεν φταίνε θα χει μόνο μαύρα κουκουτσάκια από καρπούζι και περίσσιο αλάτι από τις αλυκές του σώματος που συσσωρεύει άθελα το κυμμα όπως χτυπά πάνω του. Τόσο απλά θα γινει το ξεκαθάρισμα τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Κι οι ευτυχισμένοι θα 'χουνε στάχυα στα μαλλιά και φτερά στα πόδια..

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Εύκολο ηλεκτρονικό μελάνι πάλι στην βολικότητά σου τρέχω για να μπορώ κάθε τόσο να σβήνω ό,τι δε μου άρεσε γραμμένο και να κάνω πως δε συμβαίνει τίποτα στην επιφάνεια του εικονικού σου χαρτιού. Το πρόσωπό αυτής της γραφής είναι ελεγμένο τόσες φορές που βγαίνει αψεγάδιαστο σχεδόν, έτοιμο να παραδοθει στην κριτική οξείδωση του έξω άγνωστου αέρα. Πάντως από τον μέσα μπαμπούλα της αυτοκαταπιεστικής κριτικής πέρασε. Ό,τι δεν άρεσε κόπηκε στην λογοκρισία και σβήστηκε μονομιάς. Όμως τι από όλα αυτά που σου ‘σβησαν απ’το ενεργητικό σου έσβηνε παράλληλα σπιθαμές από την χωρητικότητα της σκληρής σου μνήμης και από την χαιρέκακα άφθονη δική μου. Τίποτα. Όλα τα συγκρατούν. Και τα ορθογραφικά λάθη και εκείνες τις παραδρομές της σκέψεις που λένε ίσως την αλήθεια για πολλά και τις πομπώδεις εξάρσεις-την τάση μου να σπάζω τον καθρέφτη που με σκεπάζει και όλα τα φανερώνει σε όλους, να είμαι ο μόνος που θα υποδεικνύει το πλάνο λήψης κάθε στιγμής-νομίζω πως τα καταγράφουν καλά στα ταξινομημένα τους αρχεία. Έχει το κάθε παραστράτημά μου τον περίοπτο φάκελλό του Κι εσύ ούτε λόγος να φοβάσαι για αυτήν την γνωστή –άγνωστη τακτική όσων κατέχουν τα μέσα. Όμως εγώ ξέρω από δύσκολες εποχές που το λιγότερο δυσάρεστο είναι η απειλή οτι θα μου παρουσιαστούν πάλι μπροστά στα μάτια μου, καρέ-καρέ οι σκηνές των μεγάλων λαθών και τρέμω στην πραγματοποίησή της. Γιατί η μνήμη έτσι λειτουργεί. Στάζει την χολή που ξεχειλίζει μέσα της πάνω στο καθαρό σεντόνι που στρώνουμε τις νύχτες στο εφήμερο, μπας και ξυπνήσει το πρωί και μείνει μαζί με την ευδιαθεσία του για πάντα κοντά μας. Σ’αυτό το σεντόνι λερώνει η μνήμη το μέλλον, αφήνοντας κάθε φορά να εννοηθεί πως είναι όλο δικό της και αυτό. Πολύ φοβάμαι είναι. Κι αν δεν της ανήκει είναι πολύ δυνατή για να μπορέσω να κοιτάξω απερίσπαστα τα μάτια της κάθε μου αγάπης και να μην θυμηθώ όσα πέρασα μαζί της τόσα χρόνια και να μην κηλιδώσω το λευκό καθαρό δέρμα του έρωτα.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Το πληκτρολόγιο πνιγμένο στη σκόνη. Δεν το πρόσεξα το πρωί που καθάρισα. Τώρα τα δαχτυλά μου πληρώνουν το τίμημα της ελεύθερης έκφρασης. Σε σκόνη. Σε βρωμιά που βουλώνει τα αποτυπώματά τους ωστε να μη λαδώνονται έυκολα οι ακρολοφίες και αποσιωπάται έτσι πως ό,τι γράφτηκε, γράφτηκε από μένα. Γιατί και να υπάρχει το γραπτό, αν είναι αγνώστου ανήκει στους σφετεριστές του. Και ούτε μπορούν να αποδοθούν ευθύνες σε κανέναν.
Μ’αυτό συμβαίνει σπάνια γιατί το παραμύθι είναι συνήθως πρόθυμο να λαδώσει τις σφραγίδες των δαχτύλων και να γραφτεί το ψέμα με ταυτότητα, να μοιάζει έγκυρο. Όση σκόνη κι αν ρίχνει η αλήθεια- ναι κι ας φαίνεται παράδοξο αυτή ρίχνει την περισσότερη κι ύστερα με τα δάκρυα που προκαλεί φτειάχνεται η λάσπη-όση καθαριότητα κι αν εμποδίσει για να μην φαίνεται το ψέμα αστραφτερό, αυτό θα θριαμβέυσει.


Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

κόλαση

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Κανείς δε θα μ’ ακούσει να ουρλιάζω
Σωπαίνω θανατηφόρα
Τα καζάνια μου βράζουν αλύπητα φωτιές
Τις αποτεφρώνουν
Δεν τις αφήνουν ούτε λέξη ν’ ανάψουν, ούτε φθόγγο να αναζωπυρώσουν
Στάχτες μένουν
Να ψάλλω χαμηλόφωνα το μνημόσυνό τους.

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Άπραγη η μέρα αυτοκτονεί,
τυλίγοντας θηλιά στο λαιμό της το νευρικό σύστημα της κάθε ώρας
Αυτόχειρ χρόνος σε καιρούς αύξησης της τιμής του
Ούτε λόγος για ανάσταση
Αδιάβαστος στη κόλαση

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Σταυρώνομαι μα δε λυτρώνομαι
Ζητώ απεγνωσμένα κάποιο θνητό θαύμα

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Θεσσαλονίκη 1

Θεσσαλονίκη.Σταυροδρόμι. Δρόμοι. Ποτάμια. Θάλασσα. Ένα παλιό φρούριο, μια θαμπή Ιστορία ξεφτισμένη. Αδιάφορη σχεδόν για τους σημερινούς κατοίκους της. Με μικρές αναλαμπές. Ιστορική μνήμη σαν μπάζα αρχαίων μνημείων. Σπασμένα σώματα συνέχειας. Φωταγωγημένα μνημεία. Φωταγωγημένη μνήμη. Ζωντανό μουσείο με κενά χρόνου, μνήμης, ιστορίας.
Μετρό, έργα, σκαμμένοι δρόμοι από έναν μετροπόντικα που ξύνει τα σπλάχνα της και δέχεται αντίσταση από συμπαγείς χρόνους και πολιτισμούς που μπάζωσαν ρέματα και δρόμους, πηγάδια και διεξόδους σε άλλους κόσμους. Πορφύρα και χρυσός. Αλήθεια; Φτώχεια και εξαθλίωση. Ακόμη;
Gum laser, τσίχλες στα πεζοδρόμια.
Junkies, homeless και ζητιάνοι. Όμορφα ηλιοβασιλέματα. Μαύροι πωλητές, λευκοί αγοραστές. Ασπρόμαυρες συνδιαλλαγές. Πουλώντας πλαστή μουσική –πειρατές της μουσικής. Ποιος σκότωσε τη μουσική; Η πειρατεία ή η αισχροκέρδεια; Η έλλειψη έμπνευσης μήπως. Η σφαγή για το copyright. Το δικαίωμα του αυθεντικού.
Freedom is just another word for nothing left to loοse. Φεύγοντας πέρα μακριά. Αφού υπάρχει το λιμάνι υπάρχει και η διέξοδος. Η λύση της φυγής. Κοιτάζοντας τα κάστρα. Ως πότε ταμπουρωμένοι εκεί. Περίκλειστοι από βουνά και θάλασσα σε μια ναρκισσιστική αυτοδικαιωτική μοίρα. Ανακυκλώνοντας όνειρα και ελπίδες.
Sex. Sex shops. Αγοραίο sex. Cyber sex. chatting live flesh, η αποθέωση του αντικειμένου. Ηδονή και φετιχισμός. Έρωτας what’s that?
Loneliness. Ok!
Ανεμελιά. Nothing happens.
Καφετέριες παντού. Ένα τεράστιο δίκτυο από χρησιμοποιημένα καλαμάκια φραπέδων. Άπειρη πλαστική ύλη που τη γέννησε η χαλάρωση με ένα φραπέ. Τι είναι αυτό. Απλά σκουπίδια. Απλά σαπίλα. Είναι φιλοσοφία; Πιο πολύ από σκουπίδια λιγότερο από φιλοσοφία.
Αγαπημένα πρόσωπά και φτώχεια. Δε συμβαίνει τίποτα γέλια και ποτά. Μια ιστορία. Αγάπη, πάθος, μίσος, αδικία. Κάβλες. Ποιος είμαι και που ανήκω. Άγνωστο αιώνιο ερώτημα. Άγνωστη μέσα μου πανίδα.
Ψυχοθεραπεία.
Κυνισμός. Ο έρωτας έχει κόψει τις φλέβες του και πέθανε. Δε ζει πια. Ό,τι κινείται δεν έχει πια σχέση μ’ αυτόν. Απέχει μακράν. Τα καραβάκια σφυρίζουν ανέμελα στον κόλπο έναν γνωστό ερωτικό σκοπό. Τον απόηχο ενός επιθανάτιου ρόγχου. Ότι και να χαθεί έχουν χαθεί όλα.
Μαζί. Ποτέ δεν ήμουν.
Αστικά λεωφορεία.
Δε μιμούμαι. Είμαι ίδιος με τους άλλους.

Θεσσαλονίκη 2



Πάρε το χέρι μου να σου δείξω την πόλη. Θα σε κρατώ και θα με κρατάς και όσο θα διανύουμε τους δρόμους και τα στενάκια της, όσο θα βαθαίνουμε στις μικρές ιστορίες των κατοίκων της και θ’ αγγίζουμε σιγά - σιγά το σώμα της μεγάλης ιστορίας της, θα διαγράφεται κι η δική μας μικρή περιπέτεια πάνω στην λευκή σελίδα ζωής που της έχει απομείνει να γράψει: για τα σχέδιά, τα όνειρά, τις αυταπάτες, τις νίκες, τις χαρές, τις απογοητεύσεις και τον έρωτα.
Εδώ είμαστε. Στο τώρα. Το τότε πέθανε. Το μαρτυρούν μνημεία και τάφοι. Επιγραφές και επιτύμβιοι στύλοι. Μια πόλη νεκρή δίπλα σε κάτι που θεωρείται ζωντανό μόνο και μόνο επειδή είναι πιο νέο. Η καινούργια ρυμοτομία σκότωσε την αισθητική. Την βρίσκουμε μόνο στα απολιθώματα της ιστορίας. Όπως τα συναντούμε από τα ψηλά, πάνω στην κορυφή των λόφων της μέχρι κάτω – κάτω στην παραλία της, αλλά και ενδιάμεσα. Ανάμεσα σε πολύβοα μποτιλιαρίσματα και σύγχρονα κτίρια ξεπροβάλλουν ταπεινά και φοβισμένα μνημεία ισχύος και δύναμης, αψίδες θριάμβου και παλάτια ενός παλιού θαμπού πλέον κόσμου, σύμβολα δόξας και υποταγής για τους συγχρόνους τους, ιστορικά τοπία για εμάς. Όσα έχουν απομείνει και δεν έχουν καταστραφεί από αδιαφορία ή αμέλεια. Κερδοσκοπία, ανάγκη, ή κακοήθεια. Πάνω σε κάτι άχρηστο χτίζεται κάτι αναγκαίο πια.
Κι όλα αυτά τα καθαγιάζει ένας ανοιξιάτικος αέρας κάθε χρόνο। Τα ξορκίζει στο πέρασμά του πάνω από τη πόλη, ανακατεύοντας τη σκόνη του παρελθόντος με τη σκόνη του σήμερα, φτιάχνοντας μια μαγική μείξη. Κάτι σαν χρυσόσκονη που πέφτει πάνω της και τυφλώνει τα μάτια του μυαλού και των αισθήσεων και κάνει τα πάντα να φαίνονται μαγικά, ερωτικά. Ένας τσαρλατάνος μάγος αέρας. Όχι, όχι καθόλου υποκινούμενος από τοπικούς αεριτζήδες και καιροσκόπους. Είναι υπεράνω αυτών. Πανούργος, καταφερτζής και μηχανοράφος. Αλλά αέρας, από αλλού φερμένος, απόκοσμος κοινωνός του παραμυθιού και της μέθης.


Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

...ενα ποίημα σε λευκά σεντόνια..

Από το μακρινό εκείνο καλοκαίρι έχουν χαθεί τα χνάρια των πελμάτων σου στην άμμο
Τα ‘χει ρουφήξει στερεότυπα το κύμα
Ό,τι θυμάμαι πια μου κρύβει το δρόμο
Κι αν ό,τι βλέπω είναι χνάρια
Κλαίω ακόμα μόνος

Μετακινήθηκα κάμποσο
Ανακουφίστηκα από τον θόρυβο των αυτοκινήτων
Στο σπίτι ένα πάρτι ακόμα και για μένα
Μα στο σβήσιμο των κεριών έτρεχαν μέσα μου ασταμάτητα οι διανυσμένοι δρόμοι
Που είσαι;
Στο άκουσμα της απουσίας σου τρέξαν όλοι να αποφύγουν τη μοναξιά
Θα προτιμήσω να ποτίσω τα λουλούδια. Να ταΐσω τις γάτες.

Υπάρχουνε κενά που δύσκολα μπορείς να αναπληρώσεις.
Απόρησα καιρό
Υπερέβαλα στις παύσεις
Υπάρχουνε κενά που δεν μπορείς να αναπληρώσεις
Απογοητεύτηκα

Έτσι το αισθάνομαι τώρα. Δε ζω
Αυτοβιογραφούμαι
Επίμονα παρ’ολα αυτά. Αρνούμενος το τέλος.
Πάνω στα κρυσταλλένια νερά των περίκλειστων λιμνών μου
Εκεί φύομαι επιτυχώς
Χωρίς τύψεις άλλωστε. Εις βάρος κανενός.
Αυτοβιογραφούμαι με δικά μου έξοδα.

..οι σκέψεις ενός στρατιώτη..

Παρακάτω ακολουθουν χίλιες λέξεις (λιγότερες για την ακρίβεια) που αντιστοιχούν σε μερικές φωτογραφίες που τράβηξα με την διεσταλμένη κόρη του ματιού της σκέψης μου:

Σκόνη και καπνός από βαριά τσιγάρα.Οι χώροι γυμνοί μοιάζουν αχανείς με τα απολύτως απαραίτητα. Ό,τι δεν υπάρχει επιβάλλει την παρουσία του. Θωρυβεί και για εκδίκηση μπλέκεται με τους άλλους ήχους. Ώστε όλοι μαζί πετάγονται ακαθόριστα εδώ κι εκεί, τυλίγονται μεταξύ τους, γίνονται δίνη και καταλήγουν σε μια ατέρμονη ηχώ. Φριχτή Σειρήνα, μα αν δε παρασυρθείς στα ταραγμένα νερά της μπορεί να επωάζει την αισιόδοξη εκδοχή πως ό,τι λέγεται ίσως και να έρχεται από το βαθύ πηγάδι του παραμυθιού. Εκεί μέσα στη σκοτεινή και υγρή κοιλιά της γης ο λόγος μεταλλάσεται και η γλώσσα του ναρκώνει.
Παράθυρα κλειστά ή ανοιχτά. Κανένα παραπέτασμα δεν αφήνει το φως να διαθλάται παιχνιδιάρικα, να αφήνει γρίφους ευτυχώς άλυτους πάνω στους τοίχους. Όλα έχουν δυστυχώς λυθεί από πριν. Τίποτα δεν μπαίνει μπροστά για να κρύψει κάτι που δεν κρύβεται από πίσω. Όλα βγαίνουν στο φως για να διαλευκανθούν μα πουθενα δεν έχει βρεθεί τόση μαυρίλα. Παντού τάξη και ιεραρχία. Ο καθείς εφώ ετάχθη. Μα όλα μοιάζουν αδιαχώριστα. Γίνονται ένα και ακομμάτιαστο. Κόμπος από λύσεις. Κατ'εφημισμόν διέξοδοι. Γίνονται ένα και ακομμάτιαστο. Κοινωνοί δεν υπάρχουν μόνο φταίχτες και δήμιοι.

ο χειμώνας της κάθε αρχής

Η πόλη μπροστά από ένα ανοιξιάτικο φόντο. Αέρινο και ζεστό, με υγρασία, πότε πολλή, πότε περισσότερη, να γίνεται αντιληπτή απ’το σώμα, πολύ πριν τη καταλάβει η λογική των μετρήσεων. Η πόλη πλάι σε ένα εβδομαδιαίο πλάνο. Κάθε φορά παρά πόδας αυτής. Βλέπω τις Δευτέρες της να κυκλοφορούν με κάτι μακρινάρια σημειώσεων πάνω σε ημερολόγια που ξεχειλίζουν από ραντεβού κλεισμένα μήνες πριν. Πόσα ματαιώθηκαν, πόσα αναβλήθηκαν επ’αόριστον, πόσα γέννησαν άλλα και μάκρυναν κι άλλο τον κατάλογο, ώστε γνωρίζουμε τι έχουμε να κάνουμε για πολύ καιρό ακόμη. Τακτοποιούμε το μέλλον. Του δανείζουμε λίγη δουλειά από αυτήν που συσσωρεύεται στο παρόν μας. Ή μαλλον δανειζόμαστε το χρόνο του. Δε χωράμε στο παρόν. Ο δανεισμός είναι αναγκαίος γι’αυτό έγινε και της μόδας. Με όποιον τρόπο κι αν γίνεται, όσο κι αν είναι υπέρ μας ή σε βάρος μας.


Η πόλη ηλιόλουστη. Η άνοιξη κάνει μεγάλη προσπάθεια να ξεφύγει από τη μιζέρια και τη μαυρίλα των καιρών. Τη βοηθούμε όλοι. Πότε το πετυχαίνουμε και πότε τραβάμε για το ακριβώς αντίθετο. Την αυτοκαταστροφή.

Αστικό τοπίο. Μέσα στα αστικά λεωφορεία. Μια πόλη που κινείται σε κλουβάκια. Νομίζω έχω περάσει πολλή από τη ζωή μου μέσα σ’αυτά. Ή περιμένοντας σε μια στάση. Κάποτε αυτός ο χρόνος έμοιαζε ατέλειωτος. Βασανιστικά χαμένος. Τώρα με τους νέους ηλεκτρονικούς πίνακες ανακοινώσεων της αναμονής, ο χρόνος είναι πιο ελέγξιμος. Έντιμο από μέρους του ΟΑΣΘ που έβγαλε στη φόρα τον χρόνο καθυστέρησης. Διότι περί τέτοιου πρόκειται αναμφίβολα. Δεν ειρωνεύομαι. Είναι μια εξέλιξη. Κάνω το κουμάντο μου ξέροντας από πριν πόσο χρόνο θα χάσω περιμένοντας. Και τρώω μια τυρόπιτα ας πούμε . Που δεν ξέρω αν θα προλάβω να τη φάω μετά. Αφού θα ‘χω φτάσει στη δουλειά. Εκεί μπορώ να φάω πολλά στη μάπα. Αλλά όχι τυρόπιτα. Ούτε καν ένα ισχνό κουλουράκι δεν προλαβαίνω. Κι αυτό το κάνω στη ζούλα σχεδόν. Πάνω στα έγγραφα και τα ρούχα, μικρά ένοχα σουσαμάκια.

Η πόλη βουίζει. Γνώριμοι ήχοι. Ιστορίες γνωστές. Ξεκίνημα από πολύ χαμηλά. Βγάζοντας φωτοτυπίες με προοπτικές στελέχους. «Μα δε καταλαβαίνω, τα σημερινά παιδιά είναι πολύ εύθικτα. Κάτι τους λες και το παρεξηγούν. Φεύγουν με το παραμικρό». Λένε κάποιοι φτασμένοι. Ίσως να είμαστε πολύ εύθικτοι. Όπως σίγουρα ήταν κι αυτοί. Κάπου στο ενδιάμεσο, το πέρασμα του χρόνου και η λήθη κάνουν πολύ καλή δουλειά. Και κρατούν το χάσμα σκαμμένο βαθιά. Μπορεί να μη γίνεται κι αλλιώς

Αγχωμένες νέες καριέρες. 24 στα 25, τελειώνω το διδακτορικό. Εγώ 28 στα 29, το φανταρικό. Κι εσύ; Απόφοιτος της Καλών Τεχνών; Α! πτυχιούχος μπογιατζής δηλαδή. Οk. Θέλεις να κάνεις και μεταπτυχιακό; Και μου ‘ρθες τώρα στα εικοσιέξι να σου μάθω να κρατάς δίσκο. Και τι θα κάνουν οι εικοσάρηδες; Έλα ντε τι θα κάνουν; Αφού ρωτάς εσύ θα ρωτήσω κι εγώ. Κι όλοι μαζί κάπου θα χωρέσουμε. Α, δε θέλω τέτοια. Πιστεύω ότι χωράμε όλοι.

Μέχρι και η μοναξιά χωράει και μάλιστα παντού. Σε ένα ίσως βραδινό λεωφορείο. Μπαίνει κι αυτή μαζί και πιάνεται από πάνω μου. Εγώ ευτυχώς περιμένω οδηγίες. «..επιβάτη κρατήσου από τις χειρολαβές...». Γυρίζω πίσω. Καταβεβλημένος. Το βράδυ τα αστικά είναι πιο λαμπερά. Φιλοξενούν περισσότερο άλλες διαθέσεις. Τα πρόσωπα γεμάτα προσδοκίες για τη βραδινή έξοδο. Χαρά και προσδοκία. Ή μόνο χαρά. «Δεν προσδοκώ βρε αδερφέ τίποτα. Βγαίνω να πιω ένα ποτάκι, να χαλαρώσω». Οk δεκτό. Άλλωστε κι εγώ το sms αλλού το έστειλα. Κι ο αποδέκτης είναι μακριά από αυτήν την πόλη. Πως τα καταφέρνω πάντα αυτός ο αποδέκτης να βρίσκεται αλλού; Ή να έρχεται μόνο από τα παλιά; Οι απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα καιροφυλακτούν : «....τα παλιά μπλε εισιτήρια θα ισχύουν μέχρι 31/01/2010....»… Σιγά που περιμένω απάντηση. Είμαι πολύ ώριμος πια. Μα πόσο. Δε με πιστεύω. Μάλλον σκληραίνω επίτηδες για να μην πληγωθώ. Ωχ μωρέ παραπονιάρηδες παντού. Ορίστε έστειλε. “…tha se til otan anevw thessniki.fillia!”. Προς το παρόν χαλάρωσα. Oυφ!

Στάση Καμάρα. Πρέπει να κατέβω. Thessniki. Θέλω δε θέλω. Ακόμα είμαι εδώ. Σ’αυτή την πόλη με τα λίγο-πολύ γνωστά σκηνικά της. Την αγαπώ και την μισώ. Δίνω το εισιτήριο μου σε κάποιον που ανεβαίνει. Με κοιτάζει απορημένος. Δεν καταλαβαίνει. «Πάρτο να συνεχίσεις τη διαδρομή». «Έχω ήδη χτυπημένο» μου λέει. «Πάρε το δικό μου. Είμαι τυχερός».