Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Εύκολο ηλεκτρονικό μελάνι πάλι στην βολικότητά σου τρέχω για να μπορώ κάθε τόσο να σβήνω ό,τι δε μου άρεσε γραμμένο και να κάνω πως δε συμβαίνει τίποτα στην επιφάνεια του εικονικού σου χαρτιού. Το πρόσωπό αυτής της γραφής είναι ελεγμένο τόσες φορές που βγαίνει αψεγάδιαστο σχεδόν, έτοιμο να παραδοθει στην κριτική οξείδωση του έξω άγνωστου αέρα. Πάντως από τον μέσα μπαμπούλα της αυτοκαταπιεστικής κριτικής πέρασε. Ό,τι δεν άρεσε κόπηκε στην λογοκρισία και σβήστηκε μονομιάς. Όμως τι από όλα αυτά που σου ‘σβησαν απ’το ενεργητικό σου έσβηνε παράλληλα σπιθαμές από την χωρητικότητα της σκληρής σου μνήμης και από την χαιρέκακα άφθονη δική μου. Τίποτα. Όλα τα συγκρατούν. Και τα ορθογραφικά λάθη και εκείνες τις παραδρομές της σκέψεις που λένε ίσως την αλήθεια για πολλά και τις πομπώδεις εξάρσεις-την τάση μου να σπάζω τον καθρέφτη που με σκεπάζει και όλα τα φανερώνει σε όλους, να είμαι ο μόνος που θα υποδεικνύει το πλάνο λήψης κάθε στιγμής-νομίζω πως τα καταγράφουν καλά στα ταξινομημένα τους αρχεία. Έχει το κάθε παραστράτημά μου τον περίοπτο φάκελλό του Κι εσύ ούτε λόγος να φοβάσαι για αυτήν την γνωστή –άγνωστη τακτική όσων κατέχουν τα μέσα. Όμως εγώ ξέρω από δύσκολες εποχές που το λιγότερο δυσάρεστο είναι η απειλή οτι θα μου παρουσιαστούν πάλι μπροστά στα μάτια μου, καρέ-καρέ οι σκηνές των μεγάλων λαθών και τρέμω στην πραγματοποίησή της. Γιατί η μνήμη έτσι λειτουργεί. Στάζει την χολή που ξεχειλίζει μέσα της πάνω στο καθαρό σεντόνι που στρώνουμε τις νύχτες στο εφήμερο, μπας και ξυπνήσει το πρωί και μείνει μαζί με την ευδιαθεσία του για πάντα κοντά μας. Σ’αυτό το σεντόνι λερώνει η μνήμη το μέλλον, αφήνοντας κάθε φορά να εννοηθεί πως είναι όλο δικό της και αυτό. Πολύ φοβάμαι είναι. Κι αν δεν της ανήκει είναι πολύ δυνατή για να μπορέσω να κοιτάξω απερίσπαστα τα μάτια της κάθε μου αγάπης και να μην θυμηθώ όσα πέρασα μαζί της τόσα χρόνια και να μην κηλιδώσω το λευκό καθαρό δέρμα του έρωτα.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Το πληκτρολόγιο πνιγμένο στη σκόνη. Δεν το πρόσεξα το πρωί που καθάρισα. Τώρα τα δαχτυλά μου πληρώνουν το τίμημα της ελεύθερης έκφρασης. Σε σκόνη. Σε βρωμιά που βουλώνει τα αποτυπώματά τους ωστε να μη λαδώνονται έυκολα οι ακρολοφίες και αποσιωπάται έτσι πως ό,τι γράφτηκε, γράφτηκε από μένα. Γιατί και να υπάρχει το γραπτό, αν είναι αγνώστου ανήκει στους σφετεριστές του. Και ούτε μπορούν να αποδοθούν ευθύνες σε κανέναν.
Μ’αυτό συμβαίνει σπάνια γιατί το παραμύθι είναι συνήθως πρόθυμο να λαδώσει τις σφραγίδες των δαχτύλων και να γραφτεί το ψέμα με ταυτότητα, να μοιάζει έγκυρο. Όση σκόνη κι αν ρίχνει η αλήθεια- ναι κι ας φαίνεται παράδοξο αυτή ρίχνει την περισσότερη κι ύστερα με τα δάκρυα που προκαλεί φτειάχνεται η λάσπη-όση καθαριότητα κι αν εμποδίσει για να μην φαίνεται το ψέμα αστραφτερό, αυτό θα θριαμβέυσει.


Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

κόλαση

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Κανείς δε θα μ’ ακούσει να ουρλιάζω
Σωπαίνω θανατηφόρα
Τα καζάνια μου βράζουν αλύπητα φωτιές
Τις αποτεφρώνουν
Δεν τις αφήνουν ούτε λέξη ν’ ανάψουν, ούτε φθόγγο να αναζωπυρώσουν
Στάχτες μένουν
Να ψάλλω χαμηλόφωνα το μνημόσυνό τους.

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Άπραγη η μέρα αυτοκτονεί,
τυλίγοντας θηλιά στο λαιμό της το νευρικό σύστημα της κάθε ώρας
Αυτόχειρ χρόνος σε καιρούς αύξησης της τιμής του
Ούτε λόγος για ανάσταση
Αδιάβαστος στη κόλαση

Ζω κάθε μέρα στην ακολασία
Σταυρώνομαι μα δε λυτρώνομαι
Ζητώ απεγνωσμένα κάποιο θνητό θαύμα