Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Θα σε πιω; Είσαι η τελευταία μου γουλιά. Μέσα στο γυάλινο ποτήρι, το διάστικτο από τα αποτυπώματα των χειλιών μου, των δακτύλων μου. Έχεις μείνει η τελευταία γουλιά. Που έχει μείνει άθικτη αφότου άδειασε διαπαντός εκείνο το μπουκάλι που έπινα μέρες μονάχα μόνος. Και τώρα όλες οι τύχες του κόσμου, μαζί με το κατακάθι που αφήνουν οι ευχές από τότε που γεννήθηκε το ανεκπλήρωτο, όλα μαζί διαχέονται μέσα στο γυάλινο ποτήρι, το διάστικτο από τα αποτυπώματα των χειλιών μου, των δακτύλων μου. Και τα κοιτάζω. Τόσα πολλά σε μια γουλιά; Κι ακόμα περισσότερα γιατί απλα τα είπα: εσύ. Οι τύχες του κόσμου και οι ευχές που μαζεύτηκαν από τότε που γεννήθηκε το ανεκπλήρωτο, όλα μαζί κάποιο απόγευμα ή πρωί ήταν -δε θυμάται καλά το αδιάφορο μπροστά σου- βρήκαν μια θαυμάσια μετουσίωση. Και γίναν εσύ. Κι εσύ άρχισες σιγά σιγά να ονοματοδοτείς κυρίως ό,τι μέχρι τότε εμφανιζόταν απροσδιόριστο ή φοβοταν να παρουσιαστεί στην ολότητά του.... Έπιασες δουλειά αμέσως και εγώ έπαψα να κάνω το παραμικρό. Πως άφησα μια τέτοια ολική εκχώρηση να συμβεί. Τώρα που στα χω δώσει όλα, μόνο τώρα κατάλαβα πως άφησα απ’έξω τόσο καιρό τον όρο να γίνει το σώμα σου δικό μου. Έμεινε ασχημάτιστο το περίγραμμα αυτής της απαίτησης. Στα χέρια μόνο κάρβουνα από σχέδια που εκανα για το μέλλον. Αποτυπώματα ακόμα και η νοσταλγία του. Κι εκείνο το μπουκάλι αδειάζει τώρα, μέρες μετά που έπινα μονάχα μόνος. Κι η τελευταία γουλιά δε βλέπω να γίνεται φιλί σου. Δε θα’ρθεις; Που είσαι; Ακόμα κι αυτή η γουλιά στο λερωμένο ποτήρι εσύ είσαι. Θα σε πιω. Θα έρθεις να με πάρεις απ’το χέρι γιατί δεν τελειώνουνε ποτέ οι επινοήσεις των θαυμάτων.


Βρέχω τα χέρια μου στο νερό. Ποτίζουν. Υγρασία.
Από καιρό ξεραίνονται. Άνυδρες χειραψίες. 
Τα χέρια που αγγίζω είναι και αυτά ξερά. 
Σε τίποτα δε θυμίζουν το άγγιγμα που γέμιζε δεξαμενές
υποσχέσεων 
και έσπερνε χιλιάδες εκτάσεις μέλλοντος, τις πότιζε
τις έκανε
δέντρα ολόκληρα 
να καρποφορούν νέες υποσχέσεις-φιλιών υγρών, φιλιών
τέτοιων που φέρναν βροχοπτώσεις και νεροποντές αισθημάτων.
Έρημος πια τα αισθήματα. 
Κόκκο κόκκο μετρουν την απολησμονιά των αναμνήσεων.
Κι είναι μεγάλη, στ’αληθεια, η λήθη τους όσο η μνήμη από τη βίωσή τους 
και η άλλη που κατέγραφε ό,τι γινόταν πριν, στη σκέψη.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Η γιαγιά - παπαδιά.
            
               Η ξύλινη πολυθρόνα της αυλής με τα ξεφτισμένα μαξιλάρια και το πιταρισμένο αφρολέξ, ασφυκτιούσε κάτω από τις χιλιάδες ατμόσφαιρες και τους βαθμούς Κελσίου που δεχόταν  εκείνο το πνιγηρό από τη ζέστη και την υγρασία απόγευμα. Πάνω της είχε απλωθεί με οικειότητα το πλαδαρό σώμα των εκατό κιλών και περίμενε υπομονετικά τον απογευματινό καφέ κάτω από τη σκιά μιας ακακίας.
            Την έβλεπα να έρχεται από μακρυά, βαδίζοντας αργά με το μπαστούνι της, μια μαύρη κουκκίδα στην αρχή που σιγά-σιγά μεγάλωνε και έφτανε να πάρει την τελική υπερμεγέθη μορφή της. “Αυτή μας έλειπε”, ξεστόμισα βαριεστημένα αλλά μετάνιωσα για τον αυθορμητισμό μου μόλις η προτεταγμένη παντόφλα της μαμάς, μου υπενθύμισε τα όρια της ελευθερίας του λόγου στο σπίτι. “ Μη σε ξανακούσω να μιλάς έτσι γαϊδούρι” είπε και σηκώθηκα να ανοίξω την αυλόπορτα.  “Καλησπέρα σας” ψέλλισε σε αργόσυρτο τόνο που πρόδιδε έναν προσποιητό ευσεβισμό, αλλά μετά από χρόνια έβγαινε εντελώς φυσικά και αβίαστα.  Ήταν η γιαγιά - παπαδιά - έτσι την αποκαλούσαμε γιατί ήταν χήρα ιερέα- που και αυτό το απόγευμα άραζε στην ευρύχωρη πολυθρόνα του κήπου μας.
            “Καλώς την γιαγιά – παπαδιά, έλα κάθισε”, “ Τι νέο θα μας πεις ” την πειράζανε. Οι κουβέντες της μας γύριζαν πίσω στα χρόνια της βουκολικής αθωότητας των μεσοπολεμικών χρόνων, με μοναδικό σκηνικό τα απέραντα βοσκοτόπια του Πάικου, τα χιλιάδες γιδοπρόβατα και το άφθονο μαλλί που ξέπλεναν οι βοσκοπούλες στα γάργαρα και παγωμένα νερά των ποταμών. Η γέρικη, σιγανή και ασθμαίνουσα φωνή της, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα κινηματογραφική στο χώρο, καθώς σιγοντάριζε τα λόγια της όπως το χριτς χρατς ενός παλιού γραμμοφώνου και φίλτραρε τον ζωντανό λόγο, που έφτανε στα αυτιά μας, χρωματισμένος από ένα είδος ηχητικής σέπιας. 
            Υπήρχαν βέβαια φορές που δεν έλεγε και τίποτα πέρα από τα συνηθισμένα του τύπου “πολλή ζέστη σήμερα!” ή “τι θα φάτε απόψε;”. Αφού έπινε το καθιερωμένο ελληνικό καφεδάκι της, με τρεις κουταλιές ζάχαρη σηκωνόταν κι έφευγε. Κατ' εμέ, μας άδειαζε τη γωνιά.  Γλυκά δεν  έτρωγε γιατί την πειράζανε, έλεγε. Αν τα έτρωγε μπροστά στους άλλους. Γιατί ουκ ολίγες φορές την τσακώσανε αργά την νύχτα να ψαχουλεύει τα ντουλάπια της κουζίνας ψάχνοντας να μασουλήσει καμιά καραμέλα κι άλλοτε πάλι την βρίσκανε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, με στόμα μπουκωμένο από  μαρμελάδες ή γλυκό του κουταλιού, χωρίς καν να χρησιμοποιήσει κουτάλι για τις παρανομίες της. Τα μακρυά και λεπτά δάχτυλά της αρκούσαν για να τελέσει το έγκλημα. Μέχρι τον καρπό σιρόπια και το βάζο μισοάδειο. Ή μισογεμάτο. Ανάλογα πόσο αισιόδοξα έβλεπε κανείς την καταστροφή. “ Σαν μικρό παιδί” έλεγε και ξανάλεγε η νύφη της, που την μάλωνε συγκρατημένα για τις παρασπονδίες της,           δίνοντας τάχα έμφαση στα προβλήματα  υγείας της και όχι τόσο στην αφαίμαξη των αποθεμάτων που συνήθιζε να κρατάει στο σπίτι για “ώρα ανάγκης”. Μια αφαίμαξη που μετατρεπόταν σε μάστιγα για τα νοικοκυριά, εκείνη την εποχή  της περιορισμένης κατανάλωσης του μπακάλικου, όσο οι γέροι ξεμωραίνονταν και μεταφέρονταν σε άλλους κόσμους, δικούς τους, ονειρικούς, οπού η ζάχαρη, το λίπος και η παραβατικότητα αποτελούσαν τις πρώτες ύλες των τελευταίων χαρούμενων ημερών τους στον θνητό τούτο κόσμο.
            Εκείνο το καλοκαίρι του 1987 μπορεί να ήταν και το πιο καυτό της τελευταίας πεντηκονταετίας. Οι μεγαλύτεροι όπως πάντα δεν θυμόνταν να χουν ζήσει κάτι ανάλογο. Τέτοιες μαρτυρίες υπερτόνιζαν την μοναδικότητα των ημερών που ζούσαμε. Ο καιρός ασφαλώς δεν περνούσε τόσο ράθυμα όσο το επέτρεπε η καλοκαιρινή ραστώνη, που μας πρόσφερε απλόχερα το ιδανικό σκηνικό για αργόσχολες εμπειρίες.  Το θέρος ήταν η εποχή της συγκομιδής των ροδακίνων κι όλος ο κόσμος βρισκόταν σε μία ιδιαίτερη εγρήγορση, κόντρα στη παιχνιδιάρικη και νωχελική διάθεση των τζιτζικιών και των βατράχων, πέρα στο ποτάμι. 
            Τόνοι ροδάκινα μαζεύονταν κάθε μέρα. Οι οικογένειες επιστράτευαν όλα τα μέλη τους, από τα μικρότερα μέχρι τα μεγαλύτερα, για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα σε περίοδο φούριας. Από χαράματα έξι η ώρα, μέχρι αργά το μεσημέρι και ξανά το απόγευμα, ως το βράδυ. Η μοίρα του καλοκαιριού ήταν προδιαγεγραμμένη, με την φύση να ωριμάζει σε ταχείς ρυθμούς, τις απαιτήσεις των εμπόρων αμείλικτες και τον επικείμενο χειμώνα να διαγράφεται στον ορίζοντα ως ο πιο αδίστακτος δανειστής του χρόνου, ξεδιπλώνοντας τους κρύους μήνες του σαν μπλοκ ληξιπρόθεσμων γραμματίων, που πονούν όπως το παγωμένο στο δέρμα χιόνι.
            Με το πέρας της συγκομιδής οι δουλειές δεν τελείωναν βέβαια. Όχι μόνον οι αγροτικές. Αλλά και στα σπίτια γινόταν ολόκληρη εκστρατεία πριν μπει το φθινόπωρο. Μαρμελάδες, κομπόστες, ντοματοχυμοί, ψητές πιπεριές και μελιτζάνες, σε ποσότητες χειμωνιάτικου αποθέματος, ήταν μερικά από τα παράπλευρα δώρα που μας χάριζε το περίσσευμα της θερινής υπερπαραγωγής φρούτων και ζαρζαβατικών. Τα απογεύματα λίγο πριν πέσει ο ήλιος και αφού είχαν γίνει οι αρχικές προετοιμασίες, οι γειτονιές γέμιζαν από καπνούς και πάνω στις πυροστιές βράζαν τα καζάνια, μπολιάζοντας τον αέρα με τις οσμές που ανέδιδαν. Πιο αργά κατά το σούρουπο, η μαρμελάδα θα ήταν έτοιμη. Καυτή σαν ηφαιστειακή λάβα, με ξανθό χρώμα. Η μυρωδιά της βανίλιας και του  ροδάκινου, έφτανε ως τον ουρανό, που εκείνη τη στιγμή άναβε σιγά σιγά τα αστέρια του θαρρείς από ευχαρίστηση.
            Μια τέτοια μέρα, μέσα στον πυρετό των προετοιμασιών, η γιαγιά-παπαδιά έχασε το χρυσό της πεντόλιρο. Επρόκειτο για ένα παλιό κόσμημα, οικογενειακό κειμήλιο, τέτοιο που συνηθίζουν οι βλάχες πεθερές να δωρίζουν στις νύφες τους, τη μέρα του γάμου τους. Γαμήλιο δώρο της πεθεράς της, που το 'χε κι εκείνη από τη δική της πεθερά. Ο ανεξακρίβωτος αριθμός των διαδοχών και των πεθερών που προηγήθηκαν, τοποθετούσαν στα βάθη των αιώνων την αρχική του προέλευση, στις τελευταίες ίσως βασιλικές οικογένειες του Βυζαντίου, σύμφωνα με αναφορές και εκτιμήσεις ολίγον τι θολές και  αναξιόπιστες, όλες προερχόμενες από την τελευταία του κάτοχο, που ως αρχαιότερη κανείς δεν εννοούσε να την αμφισβητήσει. Όπως και να είχε επρόκειτο για αντικείμενο αξίας, συναισθηματικής αλλά και οικονομικής, περιβαλλόμενο από θρύλους για την καταγωγή του και ποικίλους συμβολισμούς.
            Η γιαγιά παπαδιά, βαριανάσαινε στεναχωρημένη. Από το παράθυρο της κάμαράς της με φώναξε να την βοηθήσω να κάνει ένα τηλεφώνημα. (Το σπίτι του παπά ήταν από τα λίγα στο χωριό που είχαν τηλέφωνο). Μου υπέδειξε τον αριθμό κι εγώ τον σχημάτισα προσεχτικά. Κατάλαβα ότι έπαιρνε την κόρη της, στην Έδεσσα. Αφού μου έδωσε μια καραμέλα που έβγαλε από τη τσέπη της ρόμπας της, είπε μειλίχια “πήγαινε τώρα να παίξεις”. Μια φωνή μόλις που ακούστηκε από την άλλη μεριά της γραμμής κι έδωσε χώρο στον απολογητικό της τόνο: “Γιαννούλα, χάθηκε το πεντόλιρο!”. “Έψαξες παντού;” ρώτησε εκείνη. “Σήκωσα όλο το σπίτι.” Η θεία – Γιαννούλα ήθελε να μάθει όλα τα νέα του χωριού, αλλά η γιαγιά παπαδιά ήταν ξεκάθαρη από την αρχή. “Άκου Γιαννούλα, το τηλέφωνο γράφει. Αν είναι έλα στο χωριό να μας δεις, να ψάξεις κιόλας μαζί με τους άλλους”. Έτσι κι αλλιώς ήταν η ώρα της να σκάσει μύτη και το γεγονός αυτό της ήρθε κουτί. “Θα πω του Βασίλη να έρθει να σε πάρει με το αυτοκίνητο”. Ό μπαμπάς μου, ήταν ο προνομιούχος του χωριού, ως κάτοχος ενός φολκσβάγκεν τύπου κλούβας. Προνόμιο που εκμεταλλεύονταν καλύτερα όσοι του φορτώνονταν για τις κάθε είδους  μετακινήσεις τους, σημαντικές η επουσιώδεις. Για τον κόσμο ήταν ο φιλότιμος και για την μαμά το κορόιδο. Παρόμοιες συγκρούσεις συνόδευαν όλη την οικογενειακή μας ζωή.
            Η είδηση, μας ήρθε εν μέσω κομπόστας. Πενήντα τέσσερα μεγάλα βάζα βγήκαν σε εκείνη την παρτίδα. Αλλά και εν μέσω μιας δύσκολης γέννας. Την περιμέναμε βέβαια την Ματούλα, αλλά κι αυτής, έσπασαν τα νερά της σε ακατάλληλη ώρα. Και το μοσχαράκι έβγαινε με τα πίσω πόδια. Η μέρα περνούσε, το ζώο υπέφερε και υπήρχε κίνδυνος για το μικρό. Ώσπου πήραμε την κρίσιμη απόφαση. Κι εφαρμόσαμε μια τεχνική που ακολουθούσαν χρόνια στις δύσκολες γέννες, με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας. Δέσαμε καλά δυο γερά σχοινιά στα ποδαράκια που προεξήχαν και τις άλλες άκρες στον κοτσαδόρο του αυτοκινήτου. Ο μπαμπάς έβαλε μπρος. Και το μοσχαράκι βγήκε με μιας σώο, προς ανακούφιση όλων μας. Και φυσικά επέζησε και η μάνα του. Εν τω μεταξύ η γιαγιά - παπαδιά που παρακολουθούσε από απέναντι, μου έγνεψε να πάω. “Να πεις του μπαμπά σου, να πάει να πάρει τη θεία Γιαννούλα από την Έδεσσα”. Μου 'πε για το πεντόλιρο και μου 'δωσε ένα στραπατσαρισμένο σοκολατάκι. Γύρισα πίσω με το καυτό μαντάτο. Η μαμά έβγαζε καπνούς από τα αυτιά δίπλα στο κοχλάζον καζάνι. “Γιατί να πας, θα ακούσουμε μήπως το ευχαριστώ; Κάτσε και δεν έχουμε βενζίνη για πέταμα” Αλλά ο μπαμπάς συνέχιζε να ετοιμάζεται.
             Γιατί κι αυτός άλλο που δεν ήθελε να παίρνει τους δρόμους. Αν έφευγε για την Έδεσσα ή όπου αλλού με κάθε αφορμή ξεχνούσε να γυρίσει. Νύχτα ερχόταν κι η μαμά τον καλωσόριζε με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο “που στο διάολο γυρνούσες όλη μέρα;”. Αυτή η φορά όμως ήταν ξεχωριστή γιατί έφερνε μαζί του και τη θεία-Γιαννούλα.
            Η θεία-Γιαννούλα ήταν όπως κάθε φορά. Σαν να είχε έρθει από ολονυχτία στην Παναγία Σουμελά. Αναμαλλιασμένη, με καρφιτσομένη στο στήθος την εικόνα του  Χριστού. Με το καλησπέρα σας, άρχισε να περιγράφει ένα από τα δεκάδες θαύματα που έλαβαν χώρα στο Μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ, κατά το πρόσφατο ταξίδι της στην Μυτιλήνη. Είδε τον Άγιο με τα μάτια της, είπε. Εμείς δεν είπαμε τίποτα. Ήταν φορτωμένη με ένα κοφίνι από το οποίο έβγαλε: μικρές εικονίτσες της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, λάδι και αγιασμό από το μοναστήρι της Αναστασίας της Φαρμακολύτριας με τα οποία μας ένιψε, μάλλινες κάλτσες για τον παππού, και ένα (ακόμη) κομματάκι ξύλο από τον αστείρευτο τίμιο σταυρό για το εικονοστάσι. Κατόπιν, τσουρέκια από τον Αρχάγγελο, μια τσουκνιδόπιτα που έψησε λίγο πριν φύγει απ' το σπίτι, ζάχαρη για τη γιαγιά, κι ένα σχέδιο για “ταντέλα” που της έδωσε μια ρουμάνα μοναχή. Ύστερα στρώσαμε να κοιμηθούμε. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να σηκωθούμε πρωί πρωί την άλλη μέρα, και με τη θεία αρχηγό, να χτενίσουμε την περιοχή γύρω από το αρχοντικό της γιαγιάς – παπαδιάς για το κυνήγι του χαμένου πεντόλιρου.
            Η νύχτα ζήτησε την αρωγή μας στο δύσκολο έργο του καλοπιάσματος των Σκιών, που σε λίγο θα κατέκλυζαν τους μαιάνδρους του ύπνου, φοβερίζοντας τα αθώα μυαλουδάκια των μικρών και των μεγάλων πως θα τα καταπιεί το βαθύ στόμα του λύκου αν δεν φάνε όλο το όνειρο τους. Γι' αυτό η θεία -Γιαννούλα άναψε το καντήλι και προσευχήθηκε για κάτι αδικοχαμένους αθώους αμνούς. “Θεία, τί είναι αμνοί;” “Τα πρόβατα. Κοιμήσου τώρα”.
            Το εκτυφλωτικό ηλιακό δίχτυ της καλοκαιρινής μέρας ρούφηξε τις μαύρες κηλίδες που τυχόν ξέμειναν στην αυγή από το διαβολικό σκοτάδι της προηγούμενης νύχτας και ήταν αρκετό για να λιώσει κάθε υποψία φόβου και αμφιβολίας για το αν η πραγματικότητα έχει δύο ή περισσότερες όψεις. Ίσως και να έχει αλλά εδώ στο χωριό, εξανεμίζονται όλες και μένει μονάχα αυτή που αντέχει κάτω από το ενοχλητικό χνούδι των ροδακίνων, την κιτρινισμένη από τον καπνό γενειάδα του μπακάλη με τα χρυσά δόντια και τον κατσουφιασμένο παππου-Γιάννη που περπατάει ανόρεχτα στο δρόμο για το μαντρί, παραπατώντας που και που, με τη γκλίτσα στον ώμο και την ανάσα του να κρατάει ακόμη νωπή την ανάμνηση από το χτεσινό μεθύσι.
            Από τα χαράματα ο πέτρινος φούρνος είχε ανάψει και το  ψωμί έβγαινε αχνιστό και αφράτο. Τηγανητά κεφτεδάκια και γαλατόπιτες στα τάπερ. Άφθονο παγωμένο νερό από τα βάθη της γης, που αντλούσαμε με τη βοήθεια μιας τουλούμπας στο χείλος του πηγαδιού. Κι αρχίσαμε όλοι μαζί, σαν κοπάδι αμνών, να πηγαίνουμε πότε από την μία μεριά του αρχοντικού και πότε από την άλλη. Με κόσες καθαρίζαμε την περιοχή από τα ψηλά χόρτα, τα αγκάθια και τις τσουκνίδες. Κι ύστερα με τα χέρια και τα πόδια, πέφτοντας πολλές φορές στα γόνατα, ψαύαμε τη γη, σπιθαμή προς σπιθαμή. Στην αρχή αρκετά αισιόδοξοι και με ελπίδες ότι θα βρεθεί το πεντόλιρο. Όσο όμως κυλούσε η ώρα και  ξαναπερνούσαμε από τα ίδια σημεία, η απογοήτευση μεγάλωνε, μαζί με την  ιδέα ότι ψάχναμε για ψυλλους στα άχυρα.  Ευχάριστη νότα το διάλειμμα για το μεσημεριανό κι ένας καυγάς για τα κομματικά που άναψε τα αίματα και κατάφερε να διασπάσει τη συνοχή της, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεμένης παρέας. Η θεία Τόνα δεν άντεχε την επανεκλογή  Παπανδρέου. Το μίσος ξεχείλιζε στα λόγια της και αφηνίαζε στο άκουσμα της λέξης Π.Α.Σ.Ο.Κ. Ώσπου ο μπαμπάς, της είπε να μην συγχύζεται και να πάει να βουτήξει το κεφάλι της στο κρύο νερό για να ηρεμήσει.  Ο ορίζοντας  γέμισε κόκκινες σημαίες με την ημισέληνο. Μέσα της ξύπνησε ο σουβλιστής του Αθανασίου Διάκου και οι σφαγείς των Μεσολογγιτών. Είχε γίνει κυριολεκτικά τούρκα!  Πάνω στην ταραχή της, βρίζοντας και απειλώντας, δεν είδε καλά και  σκόνταψε σε μια φρέσκια σβουνιά αγελάδας. Η παντόφλα της κόλλησε επιτόπου και δεν ξεκολλούσε. Θέλαμε πολύ να γελάσουμε αλλά δεν ήταν σωστό. Και μας καταράστηκε να μην βρούμε ποτέ το πεντόλιρο. 
            Αφού σφάξαμε το καρπούζι και βουτήξαμε στην κόκκινη και δροσερή του σάρκα, μας πήρε για λίγο ο γλυκός μεσημεριάτικος ύπνος, κάτω από τη δροσερή σκιά ενός πλάτανου, στην άκρη του αρχοντικού. Έτσι πως είχα τα μάτια μου μισάνοιχτα, παίζοντας με το λαμπύρισμα του νερού στο ρυάκι, δίπλα στο πηγάδι, παρατήρησα κάτι να στραφταλίζει πολύ πιο έντονα από τη συνήθη αντανάκλαση του φωτός στο νερό. Πράγματι, αυτό που λαμπύριζε ήταν χρυσάφι. Το πεντόλιρο! φώναξα δυνατά και έτρεξα προς το ρυάκι να το αρπάξω. Κάτι μυστήριο όμως συνέβαινε. Το πεντόλιρο χανόταν από τα μάτια μου κάθε φορά που το πλησίαζα και εμφανιζόταν λίγα μέτρα παρακάτω. Σ' όλη τη διάρκεια του ύπνου μου το κυνηγούσα κι ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα το πιάσω, αλλά αυτό μου ξέφευγε μόλις το πλησίαζα, σαν υπερκινητικό βατραχάκι. Όταν τελικά το έπιασα, το παρέδωσα περήφανος στην θεία – Γιαννούλα κι εκείνη με κέρασε το νικητήριο έπαθλο: καρυδόπιτα με πορτοκαλάδα. Και μιλούσε σε όλους για το κατόρθωμά μου με τα γλαφυρότερα λόγια. “Μα δεν είναι ίδιος ο Χριστός;”, ρωτούσε, χωρίς να αφήνει περιθώρια για αρνητική απάντηση.
            Κοιμήθηκα μέχρι αργά το απόγευμα και σηκώθηκα με ένα δυνατό πονοκέφαλο. Μάλλον θα ταλαιπωρήθηκα πολύ στον ύπνο μου. Όλοι τους τώρα καθόντουσαν στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι του μπαλκονιού και απολάμβαναν ένα δροσερό υποβρύχιο. Η γιαγιά-παπαδιά σκούπιζε συνέχεια τα μάτια της με το μαντήλι. Ζαλισμένος έτρεξα προς τη μεριά τους και ρώτησα αν βρήκαν το πεντόλιρο. “Και βέβαια το βρήκαμε” μου είπαν  “Πως το βρήκατε; Πού;” ρώτησα στεναχωρημένος. “Κάτω από τον πλάτανο, εκεί που κοιμόσουν”. Κι αρχίσανε όλοι να γελάνε, σαν να 'βλεπαν στα μάτια μου να τσαλακώνεται ο θρίαμβος του ονείρου.  “Α ωραία”, προσποιήθηκα αδιάφορα για να κρύψω την ντροπή μου και κράτησα ασυναίσθητα το παγωμένο ποτήρι που μου έδινε η μαμά στο χέρι, χτυπώντας με στον ώμο κάπως περιφρονητικά. “ Έλα φάε το υποβρύχιό σου τώρα γιατί θα ζεσταθεί”.  Κι η γλύκα της βανίλιας, πάλευε με την πικρή γεύση, που ένα αίσθημα ματαίωσης άφησε στη γλώσσα μου. Η θεία Γιαννούλα πρόσθεσε ότι όποιος στεναχωριέται σ'αυτήν τη ζωή κερδίζει στην άλλη τη χρυσή πολυθρόνα του Χριστού, γεμίζοντάς με, με ένα καθησυχαστικό κενό.
            Η γιαγιά – παπαδιά συνέχισε τις ήρεμες καθιστικές της ασχολίες που γέμιζαν την πλαδαρή της καθημερινότητα. Κι εγώ, όσο κι αν η παρουσία της μου προκαλούσε πλήξη, συνέχιζα ακούσια να την παρατηρώ. Οι διηγήσεις της, μετά από τόσες επαναλήψεις και χωρίς κανένα νέο στοιχείο να εξάπτει τη φαντασία μας, έμοιαζαν με τόμους παλιάς εγκυκλοπαίδειας που είχε εγκαταληφθεί στο υπόγειο, με τη μούχλα να ποτίζει λέξη προς λέξη το χάρτινο σώμα της. Με τα χρόνια αραίωσε τις επισκέψεις της στη γειτονιά. Ασφαλώς οι δυνάμεις της είχαν εξαντληθεί. Πολύ μετά από την εποχή που ήταν η γραφική γριούλα του κήπου, πίνοντας καφέ και έχοντας την χρησιμότητα ενός διακοσμητικού φυτού ή ενός επίπλου, προτιμούσε να κάνει παρέα μόνο με τις αναμνήσεις. Ακολουθώντας ίσως την πικρή και λυπηρή μοίρα των γερόντων. Ή πολύ απλά είχε έρθει η ώρα, η σκέψη της, να μηρυκάσει ό,τι τόσα χρόνια η ιερή αγελάδα της μνήμης αποθήκευε στα μεγάλα της στομάχια, κατά την περιπλάνησή της στο καταπράσινο λιβάδι του χρόνου.
            Και την φανταζόμουν να πετάει πάνω από τη ζωή της. Τη μέρα του γάμου της. Ντυμένη στο λευκό ολοκέντητό της φόρεμα. Που την έσφιγγε λιγάκι γύρω από τους ώμους, κάνοντας τη λευκή της σάρκα να φουσκώνει  ελαφρά στο τελείωμα του μανικιού και γύρω από το λαιμό. Με τη μεταξένια μουσελίνα να κρύβει τη ροδοκόκκινη ντροπή στα μάγουλά της. Ένας ώριμος καρπός, έτοιμος για το μυστήριο της θυσίας, στο βωμό της ζωής. Κι ύστερα την έβλεπα να ετοιμάζεται για την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, φορώντας κάτω από το μαύρο χειμωνιάτικο καμηλό της, το πεντόλιρο. Καμαρωτή και λυγερόκορμη. Έπιανε το χέρι του Παπά που την καλωσόριζε στο ουράνιό του περιβόλι. Και περπατούσαν οι δυο τους μακρυά σε ένα δρόμο με ανθισμένες αμυγδαλιές και κελαηδίσματα πουλιών, στο λυκαυγές ενός νέου καιρού.
             Μία παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία στριμωγμένη μαζί με άλλες σε κάποιο άλμπουμ, μου θύμισε στερεότυπα ό,τι η μνήμη δυσκολεύεται να συγκρατήσει. Νέο κορίτσι τότε. Σκυφτή, πάνω από τον αργαλειό της, να υφαίνει. Δεμένη σφιχτά στην άκρη του μίτου της. Κάπου στην αρχή της μοίρας της.